Γιγαντοφόνος

Γῐγαντο-φόνος, ον,
A giant-killing, E. HF1193, Nonn.D.1.516.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γιγαντοφόνος — γιγαντοφόνος, ον (Α) αυτός που εξολοθρεύει τους Γίγαντες …   Dictionary of Greek

  • Γιγαντοφόνον — Γιγαντοφόνος giant killing masc/fem acc sg Γιγαντοφόνος giant killing neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γιγαντοφόνοιο — Γιγαντοφόνος giant killing masc/fem/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γιγαντοφόνου — Γιγαντοφόνος giant killing masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γιγαντοφόνῳ — Γιγαντοφόνος giant killing masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γίγαντας — ο (θηλ. γιγάντισσα, η) (AM γίγας, ο) πληθ. Γίγaντες, οι μυθικά παιδιά τής Γαίας, άγρια φυλή που καταστράφηκε από τους θεούς μσν. νεοελλ. 1. υπερβολικά μεγαλόσωμος 2. υπερβολικά δυνατός νεοελλ. 1. ρωμαλέος, ηρωικός 2. (στα παραμύθια) δράκος,… …   Dictionary of Greek

  • γιγαντοφθόρος — γιγαντοφθόρος, ον(Α) ο γιγαντοφόνος …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.